Generic selectors
Exact matches only
Search in title
Search in content

Γκίκα Ελένη

Τίτλοι

Περιγραφή:

«Τούτο το καλοκαίρι κλείνω τα πενήντα/ ο θάνατος ασταμάτητα με ροκανίζει». Έτσι ξεκίνησε. Μεσήλικη, κρίση, αλλαγές – πάνω που ήρθαν «οι δικοί μας άνθρωποι» για να βιώσουμε εκείνο το πικρό «Όταν ο Θεός θέλει να τιμωρήσει τους ανθρώπους, εισακούει τις προσευχές τους» (Όσκαρ Ουάιλντ). Ή, χειρότερα, στέλνει τον Νίκο Αρχιμανδρίτη και για διευθυντή «ένα δικό μας παιδί». Για να γκρεμιστεί μια ζωή, αρκεί ένα καλοκαίρι • και για να αλλάξει μια εφημερίδα χέρια, μερικοί ρούνοι και λίγα παραισθησιογόνα φυτά. Μια δημοσιογράφος βιβλίου και η τηλεφωνήτρια στην εφημερίδα Πατρίς αφηγούνται πώς γκρεμίστηκε μια αυτοκρατορία. Και η Προσωπαγνωσία είναι όλοι εμείς που χάσαμε πρόσωπα, παρελθόν, ιδεολογίες, ζωές, που μέσα σε ένα καλοκαίρι γίναμε «Κανένας», σαν τον Οδυσσέα. Κι όλος ο γνωστός κόσμος μας «φτιαγμένος για να καταλήξει ένα ωραίο βιβλίο», σήμερα που τίποτα πια δεν είναι στη θέση του: ούτε τα αυτονόητα, ούτε οι «σταθερές» μας, ούτε φυσικά η Πατρίς.
Μονάχα το καλοκαίρι–

Περιγραφή:

Ιστορίες σαν καντηλάκια για τους οικείους ζωντανούς και νεκρούς.

Αναμμένα κεράκια για τις Κυριακές του μπαμπά μου και τις Δευτέρες της μάνας μου. Για τις Μεγάλες Παρασκευές μου και για όλα Τα πρωϊνά του Σαββάτου στη γειτονιά.

Πετεινά τ’ ουρανού και φλόγες που τρεμοσβήνουν όλοι μας: στην κούνια, στη σάλα, στο πλυσταριό, στο βουνό, στο κτήμα του Λιάπη, στα γκρεμισμένα, στα στοιχειωμένα, εντέλει, στα όσια και τα ιερά.

“Ο,τι απέμεινε. Ό,τι απομένει. Επειδή όσα παπούτσια να βάλει κανείς, φεύγει ξυπόλητος:

” Κάποια βράδια, του έκανε το χατίρι και του τα φόραγε. Εχθές δεν άντεχε, παιδικά πείσματα, σκέφτηκε, ήταν και κουρασμένη. Σαν κούτσουρο έγειρε και κοιμήθηκε.

Όλη τη νύχτα τον άκουγε σα μέσα σ’ όνειρο “βάλε μου τα παπούτσια”. Και το πρωί είχε φύγει ξυπόλητος.

“Μπαμπά μου”, τον έκλαψε. Κι ακόμα κλαίει. Κάθε βράδυ. Και του φορά τα παπούτσια του

Περιγραφή:

Η ΟΜΠΡΕΛΑ ΤΗΣ ΜΑΙΡΗΣ ΠΟΠΙΝΣ

Η Μαίρη Πόπινς
τη σήμερον ημέρα
αλλού η ομπρέλα
αλλού αυτή.

Χιλιόμετρα έκανε της πόνεσαν τα πόδια
Την ομπρέλα έβλεπε σε απόσταση αναπνοής
Θρήνος η μελωδία της ευτυχίας αλλ’ όμως ήξερε
η Μαίρη Πόπινς
ήταν, τουλάχιστον, αυτή.
“Δεν μ’ έκανε Μαίρη Πόπινς -ψιθύριζε-
η ομπρέλα, Μαίρη Πόπινς γεννήθηκα”
και το επαναλάμβανε σαν προσευχή.

Η Μαίρη Πόπινς
και σήμερα
αναζητά την ομπρέλα
Αλλού η ομπρέλα
κι αλλού αυτή.

Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2012

Scroll to Top